menu

Αρχική About me σκέψεις blogging παίζοντας με τις bloggers guest posts Οι ιστορίες μου

logo

οι μικρές μου στιγμές...τόσο μικρές...αλλά τόσο μεγάλες!!!

26 Ιουλ 2019

19 χρόνια στη ζωή μας!


Πώς μπορεί μια μάνα να περιγράψει το τι αισθάνεται για το παιδί της; Το πιο σημαντικό πρόσωπο στη ζωή της;


Πώς μπορεί να εξηγήσει αυτή την αγάπη που ένοιωσε όταν το κράτησε για πρώτη φορά στα χέρια της και που μεγαλώνει μέρα με την μέρα;


Πώς μπορεί να μην αισθάνεται περήφανη για αυτό το μικρό ανθρωπάκι που μεγάλωσε και έγινε ένας σπουδαίος άνθρωπος;


Πώς μπορεί να μην αισθάνεται ευλογημένη και μόνο που έζησε το θαύμα της γέννησής του;


Αγαπημένη μου κόρη , έχεις μεγαλώσει, έχεις γίνει μια ωραία γυναίκα! Να μοιράζεις τη μαγική σου ενέργεια παντού και να γεμίζεις τις ημέρες σου με αγάπη!


Άλλαξες εντελώς τη ζωή μου και με έμαθες να αγαπάω με όλη την δύναμη της ψυχής μου!


Μπορεί να  μεγάλωσες, αλλά  κάποτε  μπορούσα απλά να σε κρατήσω στην αγκαλιά μου!


Όσο κι αν μεγαλώνεις, για εμένα θα είσαι ακόμα μωρό και μια μητέρα φροντίζει πάντα το μωρό της!


Πότε πέρασαν 19 χρόνια:Σαν χτες μου φαίνεται που σε κράτησα για πρώτη φορά στην αγκαλιά μου,που μύρισα το άρωμά σου,που ένοιωσα πως μπορεί κάποιος να αγαπήσει έναν άνθρωπο περισσότερο και από τον ίδιο του τον εαυτό...



Να ξέρεις πως είμαι πολύ περήφανη που είμαι μαμά σου....


Να ξέρεις πως σε αγαπάω όσο τίποτα στον κόσμο...


Να ξέρεις πως ότι κι αν γίνει θα είμαι δίπλα σου....


Να ξέρεις πως θα σε προστατεύω πάντα....


Να ξέρεις ,πως ακόμα κι όταν θα είμαι εκεί ψηλά,θα έρχομαι και θα σε σκεπάζω να μην κρυώνεις....


Να ξέρεις πως θα κάνω τα πάντα να είσαι ευτυχισμένη....


Σε αγάπησα πριν σε δω....


Σε λάτρεψα πριν σε κρατήσω....


Αν μπορούσες να δεις μέσα από τα μάτια μου το πόσο σημαντική είσαι για μένα!


Πόση αγάπη μπορεί ένα παιδί να σε κάνει να νοιώσεις!!!Κι εσύ το κατάφερες αυτό!Ησουν πάντα ένα δύσκολο παιδί...κι εγώ μια μάνα που σε ζόρισα αρκετά και ακόμα το κάνω...είναι αλήθεια πως πολλές φορές φοβήθηκα πως σε χάνω...πως απομακρυνόμαστε...αλλά κάθε φορά,κλείνω τα μάτια και σκέφτομαι εκείνη την πρώτη φορά που σε κράτησα στην αγκαλιά μου,που στα μάτια σου είδα όλο μου τον κόσμο!




Να είσαι πάντα γερή κοριτσάκι μου, να προσέχεις, να αντέχεις, να φυλάγεσαι, με αγάπη την ζωή σου να σκεπάζεις...


Ν’  αγαπάς, να συγχωρείς και να μοιράζεσαι και να ξέρεις πως σου μοιάζω και μου μοιάζεις…


Σε αγαπάω πολύ!


Να φυλάγεσαι!Γ.Ζουγανέλης-Ελεονώρα Ζουγανέλη
Τις νύχτες σε νανούριζα και έχτιζα το όνειρο σου
και εγώ ονειρευόμουνα τον κόσμο το δικό σου
μεγάλωσες μεγάλωσα δεν έχω απαντήσεις
φοβάμαι τώρα πιο πολύ τον κόσμο που θα ζήσεις.

Τις νύχτες που φοβόμουνα μου κράταγες το χέρι
και περπατούσαμε μαζί μέσα στο παραμύθι
μεγάλωσες μεγάλωσα κανένας πια δεν ξέρει
να μπει στο φόβο του αλλουνού να τον εξαφανίσει.

Δεν έχω άλλες συμβουλές και σου ζητώ συγγνώμη
για όσα ήμουν σίγουρος κι εσύ διαφωνούσες
κανείς δεν ξέρει αύριο το τι μας ξημερώνει
κι εσύ το έβλεπες αυτό και επαναστατούσες.

Δε θέλω άλλες συμβουλές έχω δική μου γνώμη
κι αν είναι όλα δύσκολα εμείς θα βρούμε άκρη
αρκεί να μείνουμε άνθρωποι κι αυτό που μας ενώνει
να είναι η αγάπη μας, το γέλιο και το δάκρυ.

Να προσέχεις, να αντέχεις, να φυλάγεσαι
με αγάπη τη ζωή σου να σκεπάζεις
να αγαπάς, να συγχωρείς και να μοιράζεσαι
και να ξέρεις πως σου μοιάζω και μου μοιάζεις.

Στον ώμο μου ακούμπαγες με τόση εμπιστοσύνη
να βλέπουμε τη θάλασσα να λέμε τα δικά μας
μακάρι να ‘ταν η ζωή σαν τη στιγμή εκείνη
ο φόβος να μας ξέχναγε και να'φευγε μακριά μας.

Ακόμα το κεφάλι μου το γέρνω στη σκιά σου
και σκέφτομαι μια θάλασσα σαν τη δική σου αγάπη
στα ζόρια και τα δύσκολα θα κρύβομαι κοντά σου
να ξεχωρίζω το χρησμό απ'την οφθαλμαπάτη.

Να προσέχεις, να αντέχεις, να φυλάγεσαι
με αγάπη τη ζωή σου να σκεπάζεις
να αγαπάς, να συγχωρείς και να μοιράζεσαι
και να ξέρεις πως σου μοιάζω και μου μοιάζεις.











9 Μαΐ 2019

"Ως... το θάνατο"










Έφτασε στο σπίτι σκεπτική… το βάρος της ψυχής της έφτασε στα πόδια, έγιναν ασήκωτα όσο ανέβαινε τις σκάλες. Έβαλε το κλειδί στην πόρτα, πήρε μια βαθιά ανάσα και μπήκε.

Όλα ήταν όπως τα άφησε το πρωί, το φλιτζάνι στο τραπέζι, τα πιάτα στον νεροχύτη κι εκείνος ξαπλωμένος στον καναπέ με το κινητό στο χέρι.

«Καλησπέρα» του είπε. 

Σηκώθηκε και την αγκάλιασε. Την ρώτησε πώς ήταν η μέρα της, εκείνη όμως ήθελε να του πει πώς ήταν η νύχτα της… Ανήσυχη… τρομαχτική… γεμάτη φωνές που της τρυπούσαν το μυαλό… με δάκρυα που μούσκευαν την ψυχή και το μαξιλάρι της...

Αντί γι’ αυτό όμως του απάντησε με ένα ξερό «καλή» και απομακρύνθηκε.

Άρχισε να τακτοποιεί το σπίτι, σκούπισμα, ξεσκόνισμα, πλυντήρια και έπρεπε να έχει έτοιμο φαγητό για να μπορεί να της πει πως δεν του αρέσει. Έτσι κι αλλιώς τίποτα από ότι έκανε δεν του άρεσε πια.

Γύρισε και κοίταξε γύρω της. Είχε όλα όσα ήθελε κι όμως… κάτι της έλειπε…. κι εκείνο το βάρος που έλεγε ξαναγύρισε στην καρδιά της. Ένιωσε τα μάτια της να καίνε κι την φωνή της να είναι έτοιμη να εκραγεί. Πήρε μια βαθιά ανάσα και μπήκε στο μπάνιο. Ναι, ένα ζεστό ντους θα της έκανε καλό.

Το νερό έπεφτε πάνω της με μανία, λες και προσπαθούσε να ξεπλύνει την λύπη και τον μαρασμό που την είχε τυλίξει. Τα δάκρυά της έγιναν ένα με το νερό σε ένα κλάμα βουβό αλλά συγχρόνως τόσο δυνατό… ένα κλάμα που λες και έψαχνε αφορμή να βγει και να ξεσπάσει.

Με όση δύναμη  της  είχε απομείνει, προσπάθησε να συνέλθει και να βάλει ξανά την μάσκα του κλόουν. Δεν ήθελε κανένας να ξέρει το τι γίνεται μέσα της, δεν ήθελε κανένας να την λυπάται… και τα κατάφερε. Όταν βγήκε από το μπάνιο, ευτυχώς κανένας δεν κατάλαβε τι είχε προηγηθεί και το πόσο ραγισμένη ήταν.

Ο ύπνος της ήταν και πάλι δύσκολος, γεμάτος εφιάλτες. Σηκώθηκε από το κρεβάτι με βαρύ κεφάλι και αφού έκανε ένα κρύο ντους  να συνέλθει, έβγαλε από την τσάντα της τον φάκελο με τις εξετάσεις και τις διάβασε. Οι όροι που έγραφαν ήταν ακαταλαβίστικοι. Ντύθηκε βιαστικά και  βγήκε στον δρόμο. Το ραντεβού με τον γιατρό της ήταν στις 11 και μιας και ήταν ακόμα νωρίς, προτίμησε να πάει με τα πόδια όσο ακόμα μπορούσε.

Όταν έφτασε ο γιατρός ήταν ήδη εκεί και την περίμενε. Το ύφος του πρόδιδε πως τα νέα δεν θα ήταν καλά. Κάθισε στην πολυθρόνα και περίμενε τα λόγια του. Όταν άκουσε αυτά που της είπε ένιωσε να χάνει την γη κάτω από τα πόδια της. Μια σπάνια πάθηση της μήτρας θα της στερούσε αυτό που τόσο επιθυμούσε στη ζωή… ένα δικό της παιδί….

Ο γιατρός προσπαθούσε να της εξηγήσει πως δεν πρέπει να απελπίζεται και πως υπάρχουν κι άλλοι τρόποι, όπως η υιοθεσία, αλλά αυτή ήξερε πως όλα είχαν τελειώσει.

Η επιστροφή της φάνηκε ατελείωτη. Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της και την χτύπησε δυνατά πίσω της. Έπρεπε να μιλήσει μαζί του, να του πει τι συμβαίνει, τον είχε τόσο ανάγκη αυτή τη στιγμή…

Έβγαλε το κινητό της από την τσάντα της και πάτησε το νούμερό του.

“Έλα, πες μου στα γρήγορα γιατί έχω δουλειά.”

Ξέσπασε σε κλάματα.

“Μαρία; τι συμβαίνει ; Γιατί κλαις;”

“Kώστα, πρέπει να μιλήσουμε… πήγα στον γιατρό…”

“Ηρέμησε και θα τα πούμε μόλις έρθω σπίτι. Ότι κι αν είναι θα το αντιμετωπίσουμε.”

Έκλεισε το τηλέφωνο και έμεινε με τα μάτια καρφωμένα στο κενό.

Έπρεπε να κάνει κάτι να απασχολήσει το μυαλό της. Σηκώθηκε και πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Άνοιξε την ντουλάπα και άρχισε να ξεκρεμάει ρούχα και κοστούμια που είχαν καιρό να φορέσουν για να τα φρεσκάρει.

Όταν έσκυψε να πάρει το χαρτί που έπεσε από το σακάκι του, πάγωσε. Ήταν ένα υπερηχογράφημα. Πάνω του είχε γραμμένο με κόκκινο μαρκαδόρο “στον Κώστα, τον πατέρα του παιδιού μου”.

Άρχισε να γελάει υστερικά… να σκίζει ότι ρούχο δικό του έβλεπε μπροστά της και να βρίζει… δεν τον άκουσε που μπήκε στο σπίτι… όταν την είδε έτσι κατάλαβε ότι ήξερε.

Γύρισε και τον κοίταξε. Εκείνος χαμήλωσε τα μάτια και της είπε μία απλή ”συγνώμη”.

Δεν ήξερε αν έπρεπε να τον χτυπήσει ή να τον διώξει.

“Θα το συζητήσουμε μετά αυτό” της είπε. “Πες μου πρώτα τι σου είπε ο γιατρός. “

Να λοιπόν η ευκαιρία να τον πονέσει όσο την πόνεσε κι αυτός.

“Mου είπε πως είμαι μια χαρά. Οι εξετάσεις είναι όλες φυσιολογικές. Οι δικές σου όμως δεν είναι αυτές που περιμέναμε. Δυστυχώς το όνειρό σου να αποκτήσεις δικό σου παιδί θα μείνει απραγματοποίητο. Δεν μπορείς ούτε φυσιολογικά, ούτε με ιατρική βοήθεια. Και σίγουρα αυτό το μωρό στον υπέρηχο δεν είναι δικό σου αλλά κάποιου που προσπαθεί να σου φορτώσει αυτή η κυρία.”

Τον είδε να θρονιάζεται στο κρεβάτι αδυνατώντας να πιστέψει αυτά που άκουσε.

“Πάω μια βόλτα.  Όταν γυρίσω δεν θέλω να σε βρω εδώ. Τελειώσαμε”  του είπε και έφυγε με ένα χαμόγελο ικανοποίησης στα χείλη της.

Ήταν το πρώτο βράδυ που κοιμήθηκε ήρεμη. Ξύπνησε το πρωί και αφού έκανε έναν ζεστό καφέ άνοιξε την τηλεόραση. Πάγωσε με την εικόνα που έβλεπε.

“Ο γνωστός δικηγόρος Κώστας Δημητρίου άφησε την τελευταία του πνοή στις 3 τα ξημερώματα μετά από τον θανατηφόρο αυτοτραυματισμό του στο κεφάλι. Τα αίτια της τραγωδίας δεν έχουν γίνει ακόμα γνωστά.”

Έμεινε ακίνητη σαν άγαλμα με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα για πολλή ώρα. Ούτε που μπορούσε να φανταστεί πως τα λόγια της θα οδηγούσαν σε κάτι τέτοιο. Το μόνο που ήθελε ήταν να τον πονέσει όπως πόνεσε κι αυτή…..

Κοίταξε την βέρα της και αφού την φίλησε, την έβγαλε και την άφησε στο τραπέζι. Σηκώθηκε και περπάτησε αργά προς την μπαλκονόπορτα…

Η τηλεόραση έπαιζε όλη μέρα την είδηση:

“Η σύζυγος του Κώστα Δημητρίου, δεν άντεξε την απώλεια του συζύγου της και πήδηξε από το μπαλκόνι του 5 ορόφου όπου διέμεναν τα τελευταία χρόνια. Ο θάνατός της ήταν ακαριαίος.”





αυτή η ανάρτησή δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο pearls n roses στην στήλη μου  Υπόστεγο αγάπης